Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Πως πρέπει να κοινωνούμε




Πολλοί χριστιανοί δεν γνωρίζουν πως πρέπει να προσέλθουν για να μεταλάβουν. Γι’ αυτό και αμαρτάνουν προσερχόμενοι με αταξία, ασέβεια και αναισθησία.
 Όλ’ αυτά δείχνουν ότι δεν έχουν επίγνωση του τι πηγαίνουν να κάνουν εκείνη τη στιγμή. Γι’ αυτό και παραθέτουμε μερικές πρακτικές οδηγίες για να βοηθήσουμε στη συνειδητή συμμετοχή στο μεγάλο αυτό μυστήριο.
1)Για να κοινωνήσει κανείς θα πρέπει από νωρίς να βρίσκεται και να συμμετέχει στη θ. λειτουργία. Δεν είναι δυνατόν να πηγαίνουμε στο τέλος, ή όπως κάνουν μερικοί την Μ. Πέμπτη που πηγαίνουν στην Εκκλησία για να μεταλάβουν, χωρίς να συμμετάσχουν καθόλου στη θ. λειτουργία.

2)Η θ. λειτουργία είναι μία σταδιακή ανάβαση στο Υπερώο του μυστικού δείπνου. Καμμία φράση, καμμία λέξη δεν είναι περιττή στη θ. λειτουργία. Και ο πιστός έχει την ευκαιρία να συμμετάσχει στην προσευχή της εκκλησίας, να συναισθανθεί το μεγάλο μυστήριο, να νοιώσει ότι ανήκει στην οικογένεια του Θεού, στη «θεία κοινωνία», να προσευχηθεί θερμά στον Θεό να τον αξιώσει να μεταλάβει των αγιασμάτων, χωρίς να ζημιωθεί εξ αιτίας της αναξιότητός του.
3) Την ώρα της θ. κοινωνίας μπαίνει κάθε πιστός στη σειρά του, χωρίς να σπρώχνεται ή να βιάζεται, με ευλάβεια, χωρίς φωνές, διεκδικήσεις προτεραιότητος, διαγκωνισμούς και ύβρεις. Σε τίποτε δεν μας ωφελεί το να προσερχόμεθα για την Μετάληψη, ανταλλάσοντες πικρές λέξεις με τους αδελφούς μας, επειδή θέλουμε εμείς ή αυτοί να φθάσουμε πρώτοι στο Άγ. Ποτήριο. Αντί να φιλονικούμε, οφείλουμε, καθώς πλησιάζουμε στο Άγ. Ποτήριο, να προσευχόμαστε να μας αξιώσει ο Θεός της τιμής να κοινωνήσουμε το σώμα και το αίμα Του. Καλό είναι να προσφέρουμε προτεραιότητα στις μητέρες με μωρά στην αγκαλιά, στά παιδιά, στους γέροντες και στους ανάπηρους.
4) Φθάνοντας μπροστά στον ιερέα κάνουμε τον σταυρό μας και παίρνουμε με προσοχή από το χέρι του προηγούμενου πιστού που κοινώνησε, το μάκτρο, δηλαδή το κόκκινο πανί, το οποίο τοποθετούμε απλωμένο με τα δύο μας χέρια στο πηγούνι μας. Έτσι προφυλάσσουμε τη θ. κοινωνία από ενδεχόμενη πτώση κάποιου «μαργαρίτη» κάτω, πράγμα που αν συμβεί είναι μεγάλη αμαρτία. (μαργαρίτης ονομάζεται και το απειροελάχιστο τμήμα του Αγ. Άρτου, που είναι Σώμα Χριστού). Προσοχή! Την ώρα αυτή δεν κάνουμε μετάνοιες, ούτε προσκυνούμε το Άγ. Ποτήριο, ούτε το χέρι του ιερέα, για να μην συμβεί κάποιο ατύχημα.
5) Αμέσως λέμε το μικρό μας όνομα, όχι το υποκοριστικό, για να το ακούσει ο ιερέας, ώστε να το μνημονεύσει όταν θα μας κοινωνεί.
6) Ανοίγουμε το στόμα μας καλά και περιμένουμε τον ιερέα να μας μεταδώσει με τη λαβίδα (δηλαδή το κουταλάκι) το σώμα και το αίμα του Χριστού. Και τότε κλείνουμε το στόμα μας. Μερικοί δεν ανοίγουν καλά το στόμα τους ή το κλείνουν πριν η λαβίδα μπει μέσα, με κίνδυνο να υπάρξει ζημιά. Ο ιερέας μόλις ο πιστός κλείσει το στόμα του, τραβά έξω τη λαβίδα και ο πιστός καταπίνει τη θ. κοινωνία.
7) Αμέσως μετά, με το μάκτρο σκουπιζόμαστε στο στόμα και το ξαναδίνουμε στον ιερέα ή στον επόμενο χριστιανό. Δεν το αφήνουμε να κρεμαστεί κάτω. Αν έχει στάξει κάτι επάνω στο μάκτρο, ο ιερέας θα το καθαρίσει.
8) Κάνουμε το σημείο του σταυρού και απερχόμαστε. Δεν μιλάμε εκείνη την ώρα, για να μην πεταχτεί κάποιος μαργαρίτης από το στόμα μας.
9) Δεν βιαζόμαστε να αποχωρήσουμε από τη θ. λειτουργία. Περιμένουμε μέχρι την Απόλυση. Παίρνουμε το αντίδωρο από τα χέρια του Ιερέα και το ασπαζόμαστε, γιατί αυτά τα χέρια κράτησαν Αυτόν που κρατάει τα σύμπαντα, τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Βεβαίως το αντίδωρο το παίρνουμε ως εκ περισσού. Λάβαμε το Δώρο της θ. κοινωνίας. Δεν μας χρειάζεται αντίδωρο.
Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι το αντίδωρο (όπως και ο άρτος από την αρτοκλασία), δεν είναι τίποτα άλλο παρά ευλογημένο ψωμί, μία μικρή ευλογία για όσους δεν κοινώνησαν. Δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα με τη θ. κοινωνία. Το σημειώνουμε αυτό, γιατί πολλοί χριστιανοί, αδιαφορούν για τη συμμετοχή τους στην θεία ευχαριστία, αλλά με αδικαιολόγητο ζήλο περιμένουν να πάρουν το αντίδωρο, ζητώντας μάλιστα και δύο και τρία κομμάτια.
10) Τέλος, όπως και πριν, έτσι και μετά τη Θ. Μετάληψη, θα πρέπει να διαβάσουμε το υπόλοιπο μέρος της ακολουθίας της Θ. Μεταλήψεως, δηλαδή την «Ευχαριστία μετά την Θ. Μετάληψιν». Σε πολλές εκκλησίες την διαβάζει ο ιεροψάλτης. Αν δεν την ακούσουμε στο ναό, καλό θα είναι να την διαβάσουμε στο σπίτι μας. Ευγνωμονούμε κι ευχαριστούμε τον Θεό γι’ αυτή τη μεγάλη δωρεά Του.

ΙΕΡΑ ΗΜΩΝ ΣΥΝΟΔΟΣ

ΜΙΧΑΗΛ  ΤΟΥ  ΜΑΚΑΡΙΟΤΑΤΟΥ  ΚΑΙ  ΘΕΟΠΡΟΒΛΗΤΟΥ  ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ  ΤΗΣ  ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ  ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ  ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ  ΑΜΕΡΙΚΗΣ  ΗΜΩΝ  ΔΕ  ΠΑΤΡΟΣ  ΚΑΙ  ΠΟΙΜΕΝΑΡΧΟΥ  ΠΟΛΛΑ  ΤΑ  ΕΤΗ


ΣΕΡΑΦΕΙΜ  ΤΟΥ  ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ  ΚΑΙ  ΘΕΟΠΡΟΒΛΗΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΗΣ  ΑΓΙΟΤΑΤΗΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ  ΥΠΕΡΤΙΜΟΥ  ΤΩΝ  ΥΠΕΡΤΙΜΩΝ  ΚΑΙ  ΕΞΑΡΧΟΥ  ΠΑΣΗΣ  ΑΝΑΤΟΛΙΑΣ  ΗΜΩΝ  ΔΕ  ΠΑΤΡΟΣ  ΚΑΙ  ΙΕΡΑΡΧΟΥ  ΠΟΛΛΑ  ΤΑ  ΕΤΗ .

   

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ  ΤΟΥ  ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ  ΚΑΙ  ΘΕΟΠΡΟΒΛΗΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ  ΤΗΣ  ΑΓΙΟΤΑΤΗΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΣΜΥΡΝΗΣ  ΥΠΕΡΤΙΜΟΥ  ΚΑΙ  ΕΞΑΡΧΟΥ  ΠΑΣΗΣ  ΑΣΙΑΣ  ΗΜΩΝ  ΔΕ  ΠΑΤΡΟΣ  ΚΑΙ  ΙΕΡΑΡΧΟΥ  ΠΟΛΛΑ  ΤΑ  ΕΤΗ .



       ΜΕΛΕΤΙΟΥ  ΤΟΥ  ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ  ΚΑΙ 
ΘΕΟΠΡΟΒΛΗΤΟΥ  ΜΗΤΟΠΟΛΙΤΟΥ  ΤΗΣ  ΑΓΙΟΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ ΗΜΩΝ  ΔΕ  ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ  ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΟΥ  ΠΟΛΛΑ  ΤΑ   ΕΤΗ .  
 






Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Η Κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου Νεκταρίου

Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ” έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο για έναν γέροντα καλόγερο, από την Αίγινα.

Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δυο καλόγρηες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μια από τις δυο καλόγρηες, έφυγε.

Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων. Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ” ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.

«Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ” αντέξει στο μαχαίρι;»
Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.
«Τι θ” απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;» συνέχισε ο άντρας.
«Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ο καλός θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν” απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές.»
«Ω αδελφή Ευφημία, σ” αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο…»

Η καλόγρηα τον ανακύτταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.

Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.
Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.
Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιληά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.
Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχίσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα, τον καλούσε.
«Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος.»
» Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;» πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.
Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.
Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.
«Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, που είναι ο κύριος Σακκόπουλος;… Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο…
Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε… Θεέ και Κύριε ! … Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.
«Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;»
Για δες, ήταν στ” αλήθεια όρθιος, περπατούσε !

Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε… Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.
Απόρησαν oι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει… δεσπότης!

Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.

Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείιων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.

Το βαποράκι της γραμμής η «Πτερωτή», θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δυο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογίς – λογίς διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι oι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.

Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμι κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.
Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν… Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε… Θεέ και Κύριε !

Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά – σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφφες το μπαμπάκι, τόφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι τόκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.
«Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο», φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.
Το βαποράκι της γραμμής η «Πτερωτή» έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία «μετζάστρα» στο πλωριό κατάρτι.
Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.

Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το ιερό λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός ιερομόναχου που ευαρέστησε τον άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.
Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο κλήρος, όλοι oι ιερομόναχοι, όλες oι καλόγρηες από τα ντόπια μοναστήρια.
Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.
«Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ” απογίνουμε τώρα που μας άφισες ορφανές και μόνες;»
Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γυαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον τίμιο σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.

Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το μοναστήρι.
Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.
Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι.
Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το λείψανο – θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και τόφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.

Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ” όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γρηές και νιες και δροσερές παρθένες. Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.
«Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο», φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν” αλλάξουν βάρδια.

Το μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογίς άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογυαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυκτίσουν, να κλάψουν.

Σ” όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγρηες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της ηγουμένης, της οσίας Ξένης, της τυφλής.
Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα – μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, τόνοιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:
«Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το μοναστήρι μας θα προκόψει δεν θα το αφίσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την προφητεία: Από δω, μας έλεγε, κόρες μου, απ” αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι μεις οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο».

Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια θεϊκή δύναμη και χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα ευωδία!
Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.
«Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει».
Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.
» Σεβασμιώτατε», ανάκραξε. Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.
«Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;» τη ρώτησε επιτιμητικά.
» Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε», ψιθύρισε.
«Τι μυρίζει;»
«Λιβάνι και αλόη.»
«Τότε μη φοβείσαι και δια το λείψανον.»
Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας – μύρο.

Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι,άκουσε την παράδοξη φωνή : «άφισε τόπο για ένα τάφο». Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού του.

Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έρριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το ναό και παράπλευρα έξω.


Τί είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος;

Διαβάζεις στο ευαγγέλιο τα λόγια του Χριστού: «Πάντα αφεθήσεται τοις υιοίς των ανθρώπων τα αμαρτήματα και αι βλασφημήσωσιν, ος δ’ αν βλασφησμήση εις το Πνεύμα το Άγιον ουκ έχει άφεσιν εις τον αιώνα, αλλά ένοχος εστίν αιωνίου κρίσεως» (Μαρκ.γ’ 28-29).
Με ρωτάς λοιπόν : Ποια είναι η βλασφημία αυτή εναντίον του Αγίου Πνεύματος;
Είναι η βλασφημία εναντίον της αλήθειας και της ζωής που προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Ο άπιστος που μισεί και απορρίπτει την αλήθεια του Θεού, βλασφημεί εναντίον του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα ονομάζεται Πνεύμα της Αληθείας και Ζωής Χορηγός.
Στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο διαβάζουμε πως ο Κύριος τρεις φορές ονόμασε το Άγιο Πνεύμα, Πνεύμα Αληθείας (δι’ 26,ιε’ 26,ιστ’ 13). Όποιος απορρίπτει και περιπαίζει την αλήθεια, αρνείται και περιπαίζει το Άγιο Πνεύμα, αρνείται και περιπαίζει το Θεό, που είναι πνεύμα και αλήθεια. Και ρωτάς γιατί δεν μπορεί να συγχωρεθεί η αμαρτία αυτή;
Κοίταξε, το Ζακχαίος συγχωρέθηκε για την απληστία του στα χρήματα. Η αμαρτωλή γυναίκα για τα σαρκικά της αμαρτήματα. Ο ληστής στο σταυρό για τις ληστείες και τα εγκλήματά του. Και πολλοί άλλοι για διάφορα αμαρτήματα.
Γιατί τότε η άρνηση της αλήθειας, η απιστία και ο εμπαιγμός του Αγίου Πνεύματος δε συγχωρούνται;
Επειδή στην πρώτη περίπτωση έχουμε ντροπή και μετάνοια, στη δεύτερη όμως δεν έχουμε τίποτα. Στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος, αν και βρίσκεται ακόμα στην αμαρτία, εξακολουθεί να έχει δεσμό με το Θεό, τρέχει κοντά Του με ντροπή και φόβο. Στην δεύτερη περίπτωση όλοι οι δεσμοί με το Θεό έχουν αποκοπεί, ο άπιστος άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από το Θεό απόλυτα, αιώνια. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ανθρώπινη αδυναμία, στη δεύτερη επιμονή. Στην πρώτη η ψυχή ταξιδεύει στο σκοτάδι, μα νοσταλγεί τουλάχιστον τον Θεό. Στην δεύτερη η ψυχή ταξιδεύει στο σκοτάδι και πιστεύει το σκοτάδι για φως.
Όταν ο άνθρωπος δε διαθέτει ένα μικρό κομμάτι θέλησης για να σώσει τον εαυτό του, ο Θεός δεν το σώζει βιαίως.
Η δεύτερη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος είναι το μίσος για τη ζωή, η αυτοκτονία. Το Άγιο Πνεύμα είναι ο Χορηγός της Ζωής. Όταν ο άνθρωπος δέχεται τη ζωή από το Χορηγό της Ζωής χωρίς να γνωρίζει από ποιον έλαβε το δώρο αυτό και γι’ αυτό δεν τον ευχαριστεί, μπορεί να συγχωρεθεί. Ακόμα και αν κάποιος δέχεται τη ζωή από το Πνεύμα της Ζωής και γνωρίζει από ποιον έλαβε αυτό το ακριβό και πολύτιμο δώρο, αλλά συνεχίζει αν μη τον ευχαριστεί, θα μπορούσε και πάλι να συγχωρεθεί.
Όταν όμως κάποιος δέχεται τη ζωή από το Πνεύμα της Ζωής και από άγνοια το απορρίπτει, τότε δεν θα του συγχωρεθεί ούτε σ’ αυτή τη ζωή ούτε στην άλλη.
Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τι σημαίνει συγχώρεση. Το να συγχωρέσεις έναν αμαρτωλό σημαίνει ν’ αναγεννήσεις τη ζωή του, να του ξαναδώσεις ζωή. Όταν αυτός όμως δεν επιθυμεί τη ζωή και ταυτόχρονα μισεί και αγνοεί τη ζωή, ο Θεός δεν έχει τίποτα άλλο να του δώσει. Γι’ αυτό και διαγράφεται από το Βιβλίο της Ζωής.
Κάνε προσευχή στο Θεό να προστατέψει εσένα και τους δικού σου από τις ασυγχώρητες αυτές αμαρτίες, που σηματοδοτούν την παράφρονα ανταρσία των πλασμάτων εναντίον του Δημιουργού.
Από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς»Η τραγωδία της Πίστεως»


Γιατί αλλάζει το όνομά του κάποιος όταν γίνεται μοναχός ... -


Στους  μοναχούς που υπόσχονται να ζουν ενάρετη ζωή επικράτησε η αλλαγή του ονόματός τους.

Αυτό γίνεται για δύο σπουδαιότατους λόγους. Πρώτος λόγος είναι η απάρνηση ολοκληρωτικά της προηγούμενης ζωής και η συνεχής ενθύμηση της μεταβολής της, και δεύτερον, για να έχουμε παράδειγμα τον άγιο στην πορεία της ζωής μας, του οποίου φέρουμε το όνομα.

Η αλλαγή του ονόματος, μας βοηθά να ξεχνούμε το παρελθόν και συνεχώς υπενθυμίζει την μεταβολή που έγινε σ’ αυτόν που άλλαξε τον τρόπο της ζωής του και τις ανειλημμένες υποχρεώσεις, που οφείλει να εκπληρώνει με πολλή αγάπη και προθυμία.

Το όνομα είναι τόσο πολύ συνδεδεμένο με το πρόσωπο, ώστε να μη μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προσωπικότητά μας από αυτό. Γι’ αυτό και η ενθύμηση του ενός φέρνει στην μνήμη το άλλο και η αναφορά στο ένα γίνεται ταυτόχρονα και προς το άλλο.

Εφόσον έχουμε το παλιό όνομα υπάρχει αναπόσπαστη η μνήμη του παλαιού ανθρώπου, αντίθετα όταν ακούμε το νέο όνομα υπάρχει μνήμη του νέου ανθρώπου.

Επικράτησε να γίνεται η αλλαγή του ονόματος, για την ηθική δύναμη που έχει.

Η αλλαγή όμως χάνει τη δύναμή της, όταν η θέλησή μας αδρανεί να εκτελεί και να εφαρμόζει τις υποσχέσεις, που υπενθυμίζει το νέο όνομα στους μοναχούς.

Αυτό δε συμβαίνει, διότι ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος και αγαπούν περισσότερο αυτόν από τον νέο, γι’ αυτό και αδιαφορούν στις συνεχείς υπομνήσεις που γίνονται σ’ αυτούς όταν τους καλούν με το νέο όνομα. Η αδιαφορία αυτή προς τις υποχρεώσεις, τις οποίες υπενθυμίζει στους μοναχούς το όνομα, μαρτυρεί την ύπαρξη ενός άλλου κακού, την αθέτηση της φωνής της συνειδήσεως. Διότι σε κάθε αθέτηση του καθήκοντος της νέας ζωής, που υπενθυμίζει πάντοτε το νέο όνομα, η συνείδηση επαναστατεί και διαμαρτύρεται, αλλά δεν εισακούεται, διότι κυριαρχεί ο παλαιός άνθρωπος, ο οποίος περιφρονεί τις αξιώσεις του νέου ανθρώπου, που εκφράζονται από τη φωνή της συνειδήσεως.

Η περιφρόνηση αυτή φθάνει μέχρι τέτοιο σημείο, ώστε και να αποδοκιμάζει τη φωνή της συνειδήσεως, ότι αξιώνει ανόητα και παράλογα, και στο τέλος της επιβάλλει τη σιωπή. Η κατάσταση αυτή μοιάζει με την πώρωση της συνειδήσεως. Ο δε μοναχός που περιφρόνησε τη φωνή για την τήρηση των υποχρεώσεών του, αυτός έπαθε, ό,τι υποφέρουν όσοι έχουν πώρωση συνειδήσεως και αλλοίμονο σ’ αυτόν. Αυτός θα κατακριθεί, διότι δεν έζησε κατά Θεόν, και έβαλε το εγώ του και τη δική του γνώση πάνω από τη γνώση των Οσίων Πατέρων, και διότι δεν έκανε καλή προσφορά.

Πρόσφεραν στον Θεό θυσίες οι αδελφοί Κάιν και Άβελ, αλλά ο Κάιν δεν έκανε καλή προσφορά και αποδοκιμάστηκε από τον Θεό. Πρόσφερε ο Οζίας θυμίαμα στο Θεό με χρυσό θυμιατήριο, αλλά κατακρίθηκε, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά.

Και ο Σαούλ πρόσφερε θυσίες στο Θεό αλλά κατακρίθηκε και αποδοκιμάστηκε αυτός και ο οίκος του, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά. Πρόσφεραν και οι Ιουδαίοι θυσίες, αλλά ο Θεός τις αποδοκίμασε και έλεγε «μισεί αυτάς η ψυχή μου» ώστε δεν είναι αρκετό για να ευαρεστήσει κάποιος το Θεό να προσφέρει μόνο θυσίες, δώρα και προσευχές, αλλά να κάνει καλή προσφορά δηλαδή να έχει συναίσθηση της ατέλειας και της αναξιότητάς του.

Αλλά για -να υπάρχει τέτοια συναίσθηση απαιτείται τέλεια αυταπάρνηση και υποταγή στις εντολές του Θεού, και ταπείνωση και αδιάλειπτη πνευματική εργασία.

Εάν λοιπόν μόνον έτσι προσφέρουμε επάξια θυσίες στο Θεό, πρώτη δε και μέγιστη θυσία του προσφέρουμε την καρδιά μας, πώς η θυσία και η προσφορά μας θα γίνουν ευπρόσδεκτες στον Θεό, όταν δεν είμαστε άξιοι να προσφέρουμε θυσία ευάρεστη, ούτε τα προσφερόμενα είναι ως προσφορά άξια για τον Θεό; Γι’ αυτό μην επαναπαυόμαστε στις δεήσεις και προσφορές μας, εάν προηγουμένως δεν φροντίσουμε με πολλή επιμέλεια να κάνουμε τους εαυτούς μας άξιους πιστούς και τις θυσίες μας ευπρόσδεκτες στο Θεό. Γι’ αυτό βρίσκονται σε μεγάλη πλάνη όσοι νομίζουν ότι κάθε λατρεία και θυσία είναι ευάρεστες στο Θεό.

Λατρεία ευάρεστη και θυσία ευπρόσδεκτη στο Θεό είναι «πνεύμα συντετριμμένο και καρδία συντετριμμένη», και όχι πνεύμα υπερήφανο και αλαζονικό και καρδία άτεγκτη και εμπαθής.

Αυτά λοιπόν επιζητεί η αλλαγή του ονόματος κατά πρώτο λόγο. Κατά δε τον δεύτερο λόγο επιζητεί την υποχρέωση να έχει υπόδειγμα αρετής και τελειότητας τον βίο και το πολίτευμα του αγίου, του οποίου το όνομα φέρουμε, και σ’ όλη μας τη ζωή να αγωνιζόμαστε για να γίνουμε τέλειοι ακολουθώντας το παράδειγμά του. Το υπόδειγμα της αρετής του αγίου ενισχύει πάρα πολύ τον αγωνιζόμενο.


Απ’ αυτό διδάσκεται, να ταπεινώνεται ακόμα και εάν κατάγεται από βασιλική οικογένεια• μαθαίνει να υπομένει και εάν τα δεινά είναι αφόρητα• μαθαίνει ν’ αγαπά και αυτούς που τον μισούν• μαθαίνει να τιμά και αυτούς που τον προσβάλουν• μαθαίνει να ζει υπέρ των αδελφών και ν’ αποθνήσκει υπέρ του νόμου του Θεού και των θείων εντολών του• μαθαίνει να αγαπά την έσχατη θέση και χαίρεται στην αφάνεια. Και τί δεν μαθαίνει; Εάν απαριθμήσω ένα-ένα όσα μαθαίνουμε από το παράδειγμα τον αγίων, δεν θα με φθάσει ούτε ο χρόνος, ούτε το χαρτί για να τα αναφέρω.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ

Επί τη εορτή της μνήμης του Αγίου Γέροντος της Αίγινας,του σύγχρονου Πατερικού Φωτοδότη της Ορθοδοξίας.

Ο Όσιος Γέροντας Ιερώνυµος γεννήθηκε στο χωριό Γκέλβερι της Αγιοτόκου γης της Καππαδοκίας,που επί αιώνες έδωσε πληθώρα Αγίων Πατέρων,Οσίων και Μαρτύρων της Εκκλησίας µας και έλαβε το όνοµα Βασίλειος.'Ητο τέκνο πολυτέκνου και ευσεβούς οικογενείας.Η µητέρα του,τον γαλούχησε από µικρής ηλικίας στην µυστηριακή ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας.Από πολύ νωρίς ο µικρός Βασίλειος ζούσε κατά Χριστό βίο τηρούσε τους κανόνες του και κήρυττε το λόγο του Θεού.Το γεγονός αυτό είχε σαν συνεπεία να δηµιουργήσει κάποιες έριδες µεταξύ κάποιων συµπατριωτών του,οι οποίοι είχαν διαλέξει την οδό της απώλειας και ελεγχόµενοι,δυστροπούσαν και τον αντιµάχοντο.Ήτο ευσεβέστατος και φιλακόλουθος.Ο νεαρός Βασίλειος ακολουθώντας την ευχή της µητέρας του,και τον ένθεο ζήλο του,χειροτονήθηκε διάκονος.Από τη θέση του αυτή συνέχισε το θεάρεστο έργο της κηρύξεως του Θείου Λόγου.Η αγάπη του κόσµου προς το πρόσωπο του ήταν µεγάλη.Οι προστριβές όµως,µε κάποιους που από την αρχή τον πολεµούσαν δεν σταµάτησαν,αλλά συνεχίστηκαν ακόµη και πιο έντονα.Έτσι αναγκάστηκε να αναχωρήσει από την γη που ανατράφηκε προς άλλον προορισµό.


Παρ' ότι τόσο ο κόσµος,η µητέρα του όσο και ο οικείος επίσκοπος τον πίεζαν για να χειροτονηθεί Ιερέας,ο ίδιος δεν δεχόταν µιας και όπως ο ίδιος έλεγε,και ένας να µην τον θέλει δεν γίνεται Ιερεύς.Μετέβη στους Αγίους Τόπους ως ταπεινός προσκυνητής των Παναγίων Προσκυνηµάτων,όπου και παρέµεινε για κάποιο µικρό χρονικό διάστηµα.Το πέρασµα του αυτό από την Αγία γη Σιών,τον επηρέασε βαθύτατα και αργότερα προέτρεπε τα πνευµατικά του τέκνα να πραγµατοποιήσουν το ταξίδι αυτό τουλάχιστον µια φορά στη ζωή τους.Μετά πήγε στην Πόλη,όπου ως ∆ιάκονος υπηρέτησε το Οικουµενικό Πατριαρχείο,Επέµενε να µη χειροτονηθεί ιερεύς αισθανόµενος το βαρύτατο φορτίο και την υψηλή ευθύνη,ακόµη κι όταν ο Πατριάρχης ο ίδιος επέµενε πιεστικά για την χειροτονία και την τοποθέτηση του στο Κοιµητήριο στο Μπαλουκλί,θέση µε αρκετές απολαβές και περιζήτητη από πολλούς.Έτσι διαφώνησε και αρνήθηκε,και την απόφαση του αυτή την πλήρωσε πολύ ακριβά.Έµεινε κυριολεκτικά στο δρόµο ως ο έσχατος επαίτης.Απευθυνόµενος στον Πατριάρχη του είπε,«Εγώ δεν θέλω να υπάγω εκεί.∆εν θέλω την Εκκλησίαν να την θεωρώ εµπόριον».Όµως και αυτή η δυσκολία χαροποιούσε τον Άγιο Γέροντα,ως ο ίδιος έλεγε ήταν «...ποτέ λύπη εις τον νουν δεν έβαλα.Μόνο στο νου µου συνεχώς είχα τον Χριστό µου να µην λυπήσω».Οι πολλές ταλαιπωρίες του,τον έκαναν να ασθενήσει και να εµφανίσει συµπτώµατα πολιοµυελίτιδας στο χέρι.Η κατάσταση επιδεινωνόταν και οι γιατροί πήραν απόφαση να του το κόψουν.Παρακαλούσε τον Κύριο µας και την Υπεραγία µας Θεοτόκο να τον βοηθήσουν.Όντως ευρέθη κάποιος ευσεβής ο οποίος µε τη βοήθεια,παρέµβαση και υπόδειξη του Αγίου Παντελεήµονος παρασκεύασε κάποια αλοιφή µε την οποία επάλειψε τις πληγές και έτσι έγινε καλά,το χέρι του νεαρού ∆ιακόνου π. Βασιλείου.Μετά την Μικρασιατική καταστροφή ήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αίγινα.Τοποθετήθηκα ως διάκονος στον Μητροπολιτικό ναό της Αίγινας και ως πνευµατικός οδηγός στην Ι. Μ. Ευαγγελισµού της Θεοτόκου,του Αγίου Νεκταρίου.Εν συνεχεία τοποθετήθηκε ως ,πνευµατικός οδηγός στην Ι.Μ.Χρυσολεόντισσας.Ο θερµός του ζήλος για την κήρυξη του Θείου Λόγου,ο ενάρετος βίος του δεν ξέφυγαν της προσοχής του τότε Μητροπολίτη Καρυστίας Παντελεήµονα.Επιµόνως τον προέτρεπε να χειροτονηθεί Ιερεύς.Με την επιµονή του αυτή,τελικώς ο π. Βασίλειος εκάµφη και χειροτονήθηκε.Του εδόθη το οφίκιο του Αρχιµανδρίτου και ταυτόχρονα του ανετέθη το έργου του Πνευµατικού, ένα έργο που µέχρι τέλους της επί γης ζωής του,τελούσε µε αυταπάρνηση,µε φόβο Θεού αλλά και αγάπη προς το συνάνθρωπο.Έτσι ανέλαβε ως Ιερεύς πια τον Ι.Ναό του Αγίου ∆ιονυσίου στο νοσοκοµείο,ναό που ο ίδιος τον κατασκεύασε,και συνέχισε µε ακόµη µεγαλύτερο ζήλο το πνευµατικό έργο του στο χώρο αυτό.Αναφέρεται ότι ο γέροντας εκτός του ποιµαντικού του έργου,περιποιήτω και τους ασθενείς ως «πρακτικός ιατρός» και είχε θεραπεύσει τα τραύµατα αρκετών.Ο Άγιος Γέροντας,ως λειτουργός ιερούργησε µόνο για διάστηµα έξι µηνών στον Ι.Ν.του νοσοκοµείου.Σαράντα µέρες µετά την χειροτονία του και κατά την διάρκεια του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας,είδε φοβερά οπτασία και απεφάσισε να σταµατήσει να ιερουργεί.Εξοµολογήθηκε τη φοβερά οπτασία αυτή,στο µητροπολίτη Καρυστίας που τον είχε χειροτονήσει.Σε άλλους ποτέ δεν είχε µιλήσει ποτέ για αυτό.Το µοναδικό που είπε κάποια στιγµή ήταν,ότι «σε άλλον Ιερέα» παρουσιάστηκε κατά την διάρκεια του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας φοβερό όραµα κατά την διάρκεια του οποίου ο Ιερέας έβλεπε τα Αγια ∆ώρα τον Άρτο και τον Οίνο,µε το φυσικά του µάτια,ως Σώµα και Αίµα Κυρίου εντός του Αγίου ∆ισκοπότηρου και αδυνατούσε να συνεχίσει.Ο ίδιος έλεγε.«∆εν ηδυνάµην µε τα θνητά και αµαρτωλά µου χέρια να ψηλαφώ τον Κύριο της ∆όξης».Βέβαια η οπτασία αυτή δεν είχε παρουσιαστεί σε «άλλον» ιερέα,αλλά στον ίδιο,ο οποίος όµως δεν το έλεγε από ταπείνωση.Συνέχισε να Ιερουργεί µέχρι της εξεύρεσης άλλου Ιερέως που θα εξυπηρετούσε της ανάγκες του ναού του νοσοκοµείου.Όταν εξευρέθη αντικαταστάτης συνέχισε την διακονία του στο ναό ως Ψάλτης και ιεροκήρυκας.Για το µικρό χρονικό διάστηµα που ιερούργησε ήταν εξαιρετικά ιεροπρεπής κατά την ώρα των ακολουθιών και της Λειτουργίας,ένας Μελχισεδέκ,που τηρούσε το Τοπικό της εκκλησίας. Ως Λειτουργός λειτουργούσε πάντοτε µε ποταµούς δακρύων στα µάτια του.Ως άλλος Άγιος Σπυρίδων συλλειτουργούσε µε Άγιους και Αγγέλους,ως φυσικές παρουσίες,την ώρα της Θειας Λειτουργίας.Χαρακτηριστικά απευθυνόµενος σε νέους ιερείς έλεγε.«Αν δεν βλέπεις τον Άγγελο σου δίπλα σου στο Άγιο Θυσιαστήριο, µη λειτουργείς».Ήταν άκακος και µέχρις εσχάτων ταπείνωνε τον εαυτό του έναντι όλων,χωρίς ίχνος εγωισµού.Αναφέρεται ότι κάποτε βαδίζοντας µέσα στην πόλη της Αίγινας χαιρέτισε κάποιον µαγαζάτορα και του ευχήθηκε για τον υιό του που γιόρταζε.Ο άνθρωπος αυτός,άγνωστο γιατί,βγήκε από το µαγαζί του και αντί να τον ευχαριστήσει,τον εξύβρισε.Ο ανεξίκακος Γέροντας απεχώρησε αµίλητος,δεχόµενος όλες τις ύβρεις που του εκτόξευσε και επανήλθε στον υβριστή την επόµενη µέρα ζητώντας του συγνώµη για την αναστάτωση που του προξένησε.Ο άνθρωπος τα έχασε,έβαλε τα κλάµατα και του ζήτησε συγνώµη για την απαράδεκτη συµπεριφορά του.∆ιακόνησε τον Ναό του νοσοκοµείου για 18 χρόνια µε αυταπάρνηση.Κατά την διάρκεια αυτή της εφηµερίας του έλαβε το Μέγα Αγγελικό Σχήµα του Μοναχού,του τόσο επιθυµούσε,από τον Γέροντα Ιερώνυµο τον Σιµωνοπετρίτη,λαµβάνοντας το όνοµα Ιερώνυµος.Έζησε σε µια περίοδο που η Εκκλησία δοκιµαζόταν από την επιβαλλόµενη από σκοτεινούς κύκλους,µετατροπή του Ηµερολογίου.Μια υπόθεση που αποτέλεσε και αποτελεί µια µελανή σελίδα της Εκκλησιαστικής ιστορίας και που δυστυχώς οδήγησε στο σχίσιµο του «'Αραφου Χιτώνα» του Κυρίου ηµών Ιησού Χριστού.Μια ανοικτή πληγή που συνεχίζει να αιµορραγεί και να πληγώνει.Ο Άγιος Γέροντας,ελεγχόµενος συνειδησιακά και µη µπορώντας να αντέξει την επιβαλλόµενη καινοτοµία,παρακαλούσε το Θεό να του δώσει σηµείο για το τι θα πρέπει να πράξει.Ο ίδιος επιθυµούσε να επιστρέψει στο Πάτριο Ηµερολόγιο,αλλά ανέµενε Θείον µήνυµα περί της αποφάσεως του.Κάποια στιγµή κάποιοι «καλοθελητές» ενηµέρωσαν τον οικείο Μητροπολίτη,ότι ο Γέροντας δεν ιερουργεί στον ναό του νοσοκοµείου,διότι πηγαίνει µε το Παλαιό Ηµερολόγιο.Ο ∆έσποτας µη γνωρίζοντας τα περί της φοβέρας οπτασίας του που τον οδήγησαν στο να πάψει να ιερουργεί,τον ειδοποίησε ότι θα πήγαινε να συλλειτουργήσουν µαζί,ανήµερα της εορτής του Αγίου ∆ιονυσίου.Αυτό το γεγονός αποτέλεσε,το εκ «Θεού σηµείο» που ζητούσε.Έτσι απέστειλε µια επιστολή στο Μητροπολίτη µε την οποία µε σεβασµό υπέβαλε την παραίτηση του από το Ναό του νοσοκοµείου και του γνώριζε,όπως όλοι άλλωστε το γνώριζαν,ότι σέβεται και επιθυµεί να ακολουθήσει το Πάτριο Ηµερολόγιο.Μετά την παραίτηση του απεσύρθη στο Ησυχαστήριο του,απετοιχίσθη ένεκεν της ακριβείας της Πίστεως και ακολούθησε το Πάτριο Ηµερολόγιο.Την περίοδο του πολέµου,ο Κύριός µας,του οποίου οι βουλές είναι άγνωστες και τα µυστήρια ανεξερεύνητα,επέτρεψε στον Γέροντα και µια άλλη δοκιµασία.Κάποιος τραυµατισµένος Γερµανός,κατάφυγε σ' αυτόν για να του θεραπεύσει ένα τραύµα.Ο π.Ιερώνυµος στην αρχή αρνήτω να τον βοηθήσει,διότι υπήρχε απαγόρευση.Τελικά,τον βοήθησε και τον έκανε καλά,ζητώντας µόνο να µην τον µαρτυρήσει.Αντί του µάνα όµως στον Κύριο µας έδωσαν χολή,και αντί ευχαριστίας στην ευεργεσία,ο Γερµανός άφησε µια σφαίρα στο Ησυχαστήριο.Αποτέλεσµα ήταν να σκάσει η σφαίρα,να τον τραυµατίσει σοβαρά το χέρι και να του προκαλέσει µόνιµη κατά τους γιατρούς κόφωση.Απαιτήθη να του κοπεί το αριστερό χέρι.Ο ίδιος έλεγε,«Κύριε µου τίποτα δεν είχα όταν ήλθα στον κόσµο.Εσύ µε έφερες.Εσύ µε τα έδωσε όλα.Ας είναι δοξασµένο το όνοµα σου.Ότι ευδοκεί η Χάρις Σου δια εµέ ας γίνει.Αν είναι γιο το συµφέρον της ψυχής µου ας πάρεις και το άλλον χέρι».Παρακαλούσε τους Άγιους Αναργύρους τουλάχιστον να συντοµεύσουν την παραµονή του στο νοσοκοµείο.Τελικά όντως,µε τη παρέµβαση των Αγίων,συντοµεύτηκε η παραµονή του και µε τη θαυµατουργική δράση τους,αποκαταστάθηκε και η ακοή του,παρ' ότι του το είχαν απόκλεισα οι ιατροί.Τότε εις ευγνωµοσύνη,κατασκεύασε κοντά στο ησυχαστήριο του,τον Ι.Ναό των Αγίων και Ιαµατικών Αναργύρων,τον τρίτο κατά σειρά ναό που κατασκεύασε κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής του.Ο Όσιος Γέρων ήτω εντελώς αφιλοχρήµατος σε σηµείο τέτοιο που,ότι και να του έδιδαν χρήµατα η τρόφιµα τα µοίραζε αµέσως στους πτωχούς.Η κυριότερη µέριµνα του ήταν η ανακούφιση των πτωχών και όσων είχαν γενικά ανάγκη αρωγής,στην οποία επιδιδόταν κατά τρόπο κρυφό,εφαρµόζοντας το ρηθέν υπό του Κυρίου µας «µη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».Εφάρµοζε στην πράξη την Ευαγγελική ρύση,«Γίνεσθε οικτίρµονες,καθώς και ο πατήρ υµών οικτίρµων εστί».Είναι πραγµατικά αναρίθµητοι οι ευεργετιθέντες από τις ελεηµοσύνες του.∆εν ξεχώριζε ποτέ κανέναν,είτε αυτός ήταν ανθρώπου της εξουσίας και των γραµµάτων,είτε ένας ασήµαντος αγράµµατος εργάτης.Αναφέρεται ότι,όταν κάποια φορά τον κάλεσαν στο σπίτι κάποιου εφοπλιστή,εξανέστη από τη χλιδή και την πολυτέλεια που είδε και είπε:"εκεί µέσα δεν ξαναπάω,γλιστρούν πολύ τα µάρµαρα»,θέλοντας να δείξει ότι η πολυτέλεια δεν προσφέρει τίποτα στον άνθρωπο τουναντίον,του κάνει κακό.Ένα πολύ γνωστό περιστατικό στον κόσµο της Αίγινας είναι και το παρακάτω.Γυρνούσε στα µαγαζιά της πόλης µε κρύο η µε ζέστη και σε ένα σάκο,ταγάρι,µάζευε ότι τρόφιµα του έδιδαν.Όλα αυτά που συγκέντρωνε τα µοίραζε σε αναξιοπαθούντες.Γινόταν ο ίδιος επαίτης για να διακονήσει όλους τους αδυνάτους.Όλοι στη Αίγινα το είχαν µεγάλη ευλογία για το σπιτικό και το µαγαζί τους,να του δίδουν ότι µπορούσαν.Κάποια φορά περνώντας µπροστά από κάποιο από τα µαγαζιά δεν σταµάτησε και συνέχισε στον επόµενο.Ο µαγαζάτορας του φωνάζει,«Παππούλη,έλα κι από µένα».Ο Γέροντας στάθηκε και κοιτάζοντας τον στα µατιά του λέγει:«∆εν στάθηκα στον πάγκο σου διότι καλό δια εµέ δεν εσκέφθης».Και συνέχισε το δρόµο του.Ο µαγαζάτορας,που όντως αυτό σκεφτόταν,«τι τα θέλει τόσα ψάρια ο παπάς πρωί-πρωί»,ακούγοντας τα λόγια αυτά τα έχασε και αµέσως µετανιωµένος γι αυτή του τη σκέψη,του έστειλε στο ασκητήριο πολλά ψαράκια για να µοιραστούν,όπου απαιτείτω.Είχε µετατραπεί σε «δοχείον» της Χάριτος του Παναγίου Πνεύµατος και ήταν συνεχώς ένας «φορέας» της Χάριτος αυτής και,όχι απλά ένας αχθοφόρος της.Έτσι ο Κύριος ηµών Ιησούς Χριστός τον είχε πολλάκις αξιώσει της θέας του «Άκτιστου Φωτός» της ∆όξας Του.Είχε αξιωθεί των δωρεών και των Χαρισµάτων του Αγίου Πνεύµατος.Ο ίδιος σχεδόν ποτέ δεν έλεγε για τις καταστάσεις τις οποίες βίωνε λόγω ταπεινότητας.Μετείχε σχεδόν όλων των χαρισµάτων του Παναγίου Πνεύµατος.Είχε διακριτικό,διορατικό,προορατικό,ιαµατικό αλλά και κατά των δαιµονίων χάρισµα.Ο Άγιος Ιερώνυµος δεν είχε πανεπιστηµιακές θεολογικές γνώσεις,όµως ήταν βαθύς γνώστης της Νηπτικής Θεολογίας των Αγίων Πατέρων,ένας εραστής της θεολογίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ανατολής του Αγίου Ισαάκ του Σύρου,ένας πραγµατικής Θεολόγος-Θεόπτης,ένας «Ιατρός» ψυχών που µε την διόραση την προόραση και την διάκριση,που τον είχε αξιώσει η Χάρις του Θεού έβλεπε:τα «άδηλα και κρύφια» της ψυχής του κάθε ανθρώπου που κατάφευγε στο πετραχήλι του για να αναπαυθεί,ένας ερηµίτης ησυχαστής µέσα στην πόλη.Ήταν ένας απλοϊκός «Ποιµένας»,όπως ο όρος ορίζεται και ερµηνεύεται από τον ίδιο τον Κύριον µας,που έδιδε και την ψυχή του ακόµη για τον συνάνθρωπο που τον είχε ανάγκη.Το κήρυγµα του ήταν λόγος µεστός,που κατόρθωνε και εισχωρούσε στην κάθε καρδία ακόµη και στην πιο σκληρή, που έφερνε δάκρυα µετανοίας αλλά και χαράς.Σε ότι αφορά το µυστήριο της εξοµολόγησης το εξατοµίκευε στον κάθε τύπο καρδιάς ανθρώπου,διακρίνοντας την πνευµατική κατάσταση του καθενός και το πόσο ο καθείς µπορούσε να αντέξει και να σηκώσει.Έτσι ενδυνάµωνε και βοηθούσε συνέτιζε αλλά και ανακούφισε,παρηγορούσε αλλά και άνοιγε συνειδήσεις,εισχωρούσε στα «άδηλα και στα κρύφια» της κάθε µιας καρδιάς.Η πραγµατικότητα είναι,πως τίποτα δεν του ήταν κρυφό κατά την εξοµολόγηση.Ο Θεός τον είχε αξιώσει µε διάκριση διόραση και ενόραση και µπορούσε και έβλεπε ακόµη µέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου,ακόµη και τις πιο µικρές και καλό κρυµµένες αµαρτίες.Αν µπορούσε να µιλήσει ο χώρος εκείνος,που ο Γέροντος εξοµολογούσε,θα µας έλεγε για τους ποταµούς των δακρύων που χύθηκαν εκεί.Όπως και άλλες πολλές Άγιες µορφές δοκιµάστηκε από αρρώστια.Το θνητό του σώµα πέρασε και καθάρθηκε µέσα από το καµίνι της ασθένειας,του πόνου και της δοκιµασίας.Νοσηλεύθηκε για λίγο στο νοσοκοµείο Αλεξάνδρα.Προσβεβληµένος από τον καρκίνο και,αφού ταλαιπωρήθηκε αγογγύστως στο κρεβάτι του πόνου,µετάλαβε των Αχράντων Μυστήριων και εκοιµήθη οσιακώς την 3ην Οκτωβρίου 1966 πάτριο ηµερολόγιο (16ην Οκτωβρίου ν.ηµ.) στην Αθήνα,σε σπίτι πνευµατικού του τέκνου.


Όταν ανακοινώθηκε η είδηση της κοιµήσεως του στο νησί,πλήθος λαού κατέκλυσαν την περιοχή του λιµανιού για να συνοδεύσουν το σεπτό λείψανο του στο Ησυχαστήριο.Χιλιάδες κόσµου από παντού κληρικοί και λαϊκοί προσέρχονταν ευλαβικά για να αποχαιρετήσουν και να πάρουν για τελευταία φορά την ευχή του ταπεινού Λευίτη,του στοργικού πατερά,του ευεργέτη,του συµπαραστάτη.Πάνω στο σεπτό και λιτό µνήµα του,δίπλα από το Ναό του Ησυχαστηρίου του διαβάζει κανείς ένα απόσπασµα από την β' προς Τιµόθεο Επιστολή:« Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισµαι,τον δρόµον τετέλεκα,την πίστην τετήρηκα.Λοιπόν απόκειται µοι ο της δικαιοσύνης στέφανος».Ο Άγιος Γέροντας Ιερώνυµος της Αίγινας είναι µια µορφή Αγίου των ηµερών µας,ένας συνεχιστής του κινήµατος των Κολυββάδων πατέρων.Ανήκει στη θριαµβεύουσα εκκλησία εις τους ουρανούς και έχει µεγάλη παρρησία στο Θεό,ο Οποίος τον έχει χαριτώσει µε θαυµατουργικά χαρίσµατα.Τα θαύµατα,που έχουν πραγµατοποιηθεί από την οσιακή κοίµηση του µέχρι σήµερα είναι αναρίθµητα!...


Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Η κόρη που μετέτρεψε τον μάγο σε Άγιο




Στην Αντιόχεια της Πισιδίας ζούσε τον 3ον αιώνα μ.Χ. ο φοβερός και ξακουστός μάγος Κυπριανός.
Ήταν ονομαστός για τη δύναμη του και δεν ήταν λίγοι αυτοί που έτρεχαν σ' αυτόν για να πετύχουν κάθε πανούργο σχέδιο τους.
Ποιος είναι αυτός που θα μπορούσε να αντισταθεί στην φοβερή μαγεία του Κυπριανού;
Όσοι έπεφταν στα ''χέρια'' του γινόντουσαν στην κυριολεξία πιόνια των δαιμόνων που τους έστελνε.

Η Ιούστα μία παρθένος κόρη προερχόμενη από οικογένεια ειδολωλατρών και μάλιστα με πατέρα ιερέα ειδώλων με την χάρη του Θεού ήλθε στην χριστιανική πίστη και κατάφερε να διδάξει και να βαπτίσει και τους γονείς της στην ορθή πίστη.
Μια μέρα όμως ένας νεαρός ειδωλολάτρης κι αυτός πολύ όμορφος και πλούσιος ειδε την Ιούστα και την ερωτεύτηκε.
Προσπάθησε να την πλησιάσει αλλά η Ιούστα σταθερή στις αρχές της δεν του έδινε την παραμικρή σημασία.
Τότε ο νεαρός Αγλαΐδας κυριευμένος από τον πόθο του πηγαίνει στον ξακουστό μάγο Κυπριανό και του ζητά να κάνει ότι μπορεί ώστε να τον ερωτευτεί και η Ιούστα και θα τον γέμιζε πλούτοι πολλά.
Δεν αργεί ο Κυπριανός και καλεί το πνεύμα αυτό το σκοτεινό που τον υπηρετούσε και τον στέλνει στην παρθένο Ιούστα.
Στέλνει εκείνο το πνεύμα που έσυρε ολόκληρες πόλεις στην ακολασία και έριξε ακόμη και εγκρατείς ασκητές και καλογήρους σε πράγματα ανήθικα.
Την ίδια εκείνη νύχτα όπως και κάθε νύχτα όπως και κάθε στιγμή η Ιούστα σηκώθηκε για να προσευχηθεί και τότε το πονηρό πνεύμα τις έβαζε πονηρούς και σαρκικούς πειρασμούς για τον νεαρό Αγλαΐδα.
Μα η Ιούστα αντιλαμβανόμενη τον πειρασμό αυτόν έκανε πιο θερμή και πιο ζεστή προσευχή και ο δαίμονας δεν μπορούσε να καταφέρει τίποτα και αποτροπιασμένος φτάνει και το ομολογεί στον Κυπριανό.
Ο Κυπριανός στέλνει άλλο μεγαλύτερο δαίμονα μα κι αυτός γύρισε πίσω. Εκνευρισμένος τότε καλεί τον ''πατέρα'' των δαιμόνων όλων.
Παίρνει ο δαίμονας μορφή κόρης και πηγαίνει στην Ιούστα και ξεκίνησε την συζήτηση μαζί της.
Άρχισε με διάφορα τεχνάσματα να την εγκωμιάζει για συζυγική ζωή μα τότε ήταν που η Ιούστα κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά και κάνοντας το σημείο του Σταυρού ο δαίμονας που είχε την μορφή κόρης εξαφανίστηκε από μπρός της.
Καταντροπιασμένος φτάνει και αυτός στον Κυπριανό και ο μάγος του ζητά εξηγήσεις, τον πιέζει και ο δαίμονας των δαιμόνων και τότε του ομολογεί πως κανείς δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στην θέα του Σταυρού.
Ο μάγος μπαίνει σε σκέψεις, ξεκινά και αναρωτιέται και φτάνει στην παραδοχή. Βλέπει πια το αληθινό φώς.
Δημόσια πια καίει τα μαγικά του βιβλία καταστρέφει τα είδωλα που είχε στην κατοχή του και ζητά από τον τοπικό επίσκοπο πλημμυρισμένος από μετάνοια να βαπτισθεί.
Μαζί του απαρνούνται τα είδωλα και πολλοί ακόμη, ακόμα και ο Αγλαΐδας. Ο Κυπριανός χειροτονείται διάκονος και μετά από ένα χρόνοι γίνεται ιερέας του Χριστού.
Τώρα πια ο μάγος, ο υπηρέτης του διαβόλου γίνεται υπηρέτης του Κτίστη. Ζεί θαυμαστό βίο και φέρνει στην αληθινή πίστη πολλούς.
Οι κάτοικοι τον θαυμάζουν και ύστερα από μερικά χρόνια τον απαιτούν για επίσκοπό τους. Είχε ο Πανάγαθος Θεός το σχέδιο του.
Ο Κυπριανός γίνεται επίσκοπος Αντιόχειας, Χειροτονεί την Ιούστα διακόνισσα (τα πρώτα χρόνια υπήρχε και τέτοιο εκκλησιαστικό αξίωμα για τις γυναίκες).
Την μετονομάζει σε Ιουστίνα και την τοποθετεί ως ηγουμένη σε μοναστήρι της περιοχής.
Οι ώρες του μαρτυρίου...
Όταν κηρύχτηκε ο μεγάλος διωγμός των Χριστιανών από τον Διοκλητιανό, ειδωλολάτρες κατήγγειλαν τον Κυπριανό ότι με τα λόγια του μεταστρέφει πόλους στη θρησκεία του Χριστού.
Του είπαν και την ιστορία της Ιουστίνης. Τότε ο Ευτόλμιος διέταξε να τους συλλάβουν. Όταν τους οδήγησαν μπροστά του ξεκίνησε να τους ανακρίνει.
Ο Κυπριανός αποκρινόμενος του λέει: Εγώ ως μέγας και τρανός μάγος δεν κατάφερα να κάνω τίποτα μπρος την δύναμη του Χριστού και ο Θεός με ελέησε με φώτισε και είδα την ορθή πίστη χάρη στην Ιουστίνα.
Μόνο ο Χριστός μπορεί να μας σώσει. Αυτός είναι ο Ένας και Μοναδικός Θεός
Ο Ευτόλμιος μόλις τα άκουσε αυτά εξοργίστηκε και διέταξε να τον σηκώσουν ψηλά με σκοινιά και να τον γδέρνουν σιγά - σιγά.
Για την Ιουστίνα διέταξε να την μαστιγώσουν στο πρόσωπο και στα μάτια. Μάταια όμως. Ύστερα από λίγες μέρες τους διατάζει να μπούν μέσα σε πυρακτωμένο τηγάνι.
Πρώτος προχωράει ο Κυπριανός μα η Ιουστίνα σα να δειλιάζει στην θέα της φλόγας και παροτρύνεται από τον Κυπριανό ο οποίος της λέγει.
Εσύ δειλιάζει από την φλόγα εσύ που κατατρόπωσες όσα δαιμόνια σου έστειλα και κατάφερες να με φέρεις στο φως;
Και τότε προχωρά και ι Ιουστίνα κάνοντας το σημείο του Σταυρού. Ω του θαύματος όμως μένουν ανέγγιχτοι.
Λυσσασμένος τότε ο Ευτόλμιος και μη μπορώντας να κάνει οτιδήποτε άλλο για να τους αλλαξοπιστήσει τους στέλνει στον Διοκλητιανό ο οποίος διατάζει την αποκεφάλιση τους δια ξίφους.
Τους οδηγούν στον Γάλλο ποταμό της Νικομήδειας. Πολλοί ήταν αυτοί που έτρεξαν για παρακολουθήσουν τις τελευταίες στιγμές του μεγάλου και ξακουστού μάγιστρου που έγινε χριστιανός παραδεχόμενος την αδυναμία των δαιμόνων και των ειδώλων.
Φτάνοντας στις όχθες του ποταμού ο Κυπριανός σκεφτόμενος μήπως δειλιάσει η Ιουστίνα βλέποντάς τον να αποκεφαλίζεται, ζήτησε να θανατώσουν πρώτα εκείνη.
Όταν η παρθένος δέχτηκε το στέφανο τού μαρτυρίου από το ξίφος ενός στρατιώτου, χαρούμενος ο Κυπριανός θανατώθηκε κι αυτός διά ξίφους.
Κάποιος ξένος απ' τη Ρώμη, πού βρισκόταν εκείνες τις μέρες στη Νικομήδεια, Θεόκτιστος ήταν τ' όνομά του, βλέποντας την γαλήνια όψη του Κυπριανού την ώρα του μαρτυρίου είπε με θαυμασμό: Άδικα ο όσιος αυτός άνθρωπος παραδόθηκε σε άτιμο θάνατο.
Αλλά τα λόγια του άκουσε ο Φέλκιος, ο αρχηγός των στρατιωτών, και αμέσως τον κατεβάζει από το άλογό του και τον αποκεφαλίζει.
Έτσι και νέος μάρτυρας προστέθηκε στους δύο και τούς συνόδεψε στον ουρανό.
Τα σώματα και των τριών έμειναν άταφα και φρουρούμενα για να φαγωθούν από όρνια και σκυλιά.
Όμως οι ναύτες του πλοίου που ταξίδευε ο Θεόκτιστος, θέλοντας να πάρουν το σώμα του, περίμεναν να βρουν ευκαιρία και όταν τα κατάφεραν και πήραν τα σώματα των τριών μαρτύρων, τα έφεραν στο πλοίο και αναχώρησαν για τη Ρώμη και τα παρέδωσαν εκεί τα μαρτυρικά σώματα, σαν πολύτιμους θησαυρούς, σε μια ευγενή Ρωμαία χριστιανή, την ευσεβέστατη Ματρώνα Ρουφίνα, απ' τη γενιά του αυτοκράτορα Κλαυδίου.
Εκείνη με πολύ σεβασμό τα τοποθέτησε σε πολυτελή θήκη και έχτισε ναό προς τιμή τους μέσα στη Ρώμη, κοντά στην «Αγορά του Κλαυδίου», πού έγινε προσκύνημα των ευλαβών Χριστιανών.
Έτσι ο μεγαλύτερος μάγος όλων των εποχών έγινε ιερέας και μάρτυρας της εκκλησίας του Χριστού μέσα από την προσευχή και την καθαρότητα της Ιούστας και μετέπειτα Ιουστίνας πλέκοντας μαζί και το λαμπερό στεφάνι του Θεόκτιστου.
Και τώρα από εκεί ψηλά που βρίσκονται πλάι στον θρόνο του Δεσπότη των πάντων μεσιτεύουν και δια εμάς να απομακρυνθούμε από την δική μας πλάνη των ειδώλων που λέγονται πάθη.
Να απαλλαγούμε από αυτά και να γίνουμε φωτεινά παραδείγματα όπως και οι τρεις που σήμερα τιμούμε την μνήμη τους.
Να νιώσουμε επιτέλους αυτήν την πολυπόθητη ελευθερία. Μακριά από τα πάθη που καταδυναστεύουν ψυχή και σώμα. Και να γίνουμε μικροί Θεοί, Άγιοι...
Φαντάσου, ακόμη και ένας μάγος, ένας δούλος του διαβόλου μετατράπηκε σε δοχείον θείας χάριτος, τα έβαλε με αυτούς που υπηρέτησε και νίκησε, έφυγε δοξασμένος, στεφανωμένος και σήμερα εσύ, εγώ, όλοι μας παλεύουμε με πάθη και είμαστε ηττημένοι διότι δεν κατορθώσαμε να δούμε και να αισθανθούμε στις ψυχές μας αυτό που είδε και ο μάγος το Φως το Αληθινό αυτό που ζεσταίνει και την πιο άγρια και βασανισμένη καρδιά και δίνει ελπίδα παντοτινή για μια ευτυχία και χαρά δίχως τέλος !!!!!
Να εύχεσθε και υπέρ εμού.
Και εσύ Κυπριανέ, Ιουστίνα και Θεόκτιστε να πρεσβεύετε δια την αναξιότητα μου να βρω και εγώ την αγαλλίαση σε μια γωνίτσα του Παραδείσου...